Η αντιμεταρρύθμιση που έχει ξεκινήσει η κυβέρνηση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (και στις άλλες βαθμίδες) έρχεται σε δραματική σύγκρουση προς το ευρωπαϊκό κεκτημένο στον τομέα της παιδείας. Όμως την ώρα που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διαπραγματεύονται σκληρά για μεταρρυθμίσεις οικονομικού χαρακτήρα, ακόμη και για θέματα ήσσονος σημασίας, σιωπούν μπροστά στην βάναυση παραβίαση των ευρωπαϊκών αξιών και κεκτημένων στον πιο κρίσιμο τομέα της σύγχρονης κοινωνίας, την εκπαίδευση. Στο μεταξύ, οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις, που σε μεγάλο βαθμό εκφράζονται σε αυτόν τον ιστότοπο, έχουν βρεθεί μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργεί η κυβερνητική αυθαιρεσία να αρνείται κάθε διάλογο και, προπαντός, δηλώνει εκ των προτέρων ότι έχει ειλημμένες αποφάσεις που στηρίζονται σε αμετακίνητες ιδεολογικές επιλογές. Την ίδια στιγμή, οι υπόλοιποι παράγοντες του εκπαιδευτικού συστήματος παραμένουν (γονείς, συστηματικοί φοιτητές, φορείς απασχόλησης κ.λπ.) , στην καλλίτερη των περιπτώσεων, αδρανείς είτε από άγνοια είτε από αμηχανία που τους προκαλεί η απελπισία της απουσίας προοπτικής. Οι εκπαιδευτικές συντεχνίες πάλι, παίζουν το δικό τους σκοπό που αφορά τα στενά συντεχνιακά τους συμφέροντα, αυτά που σε μεγάλο βαθμό αποτελούν σημαντικές αιτίες της εκπαιδευτικής κρίσης. Οι μηχανισμοί της μαζικής ενημέρωσης παίζουν κι αυτοί τον δικό τους εμπορικό παιχνίδι, επιλέγοντας την διακίνηση πληροφορίας που τραβάει η γενική αγορά (εντυπωσιακές απλοποιήσεις, αναπαραγωγή στερεοτύπων βίας, προβολή συντεχνιακού λόγου, βραχύλογες και παραπλανητικές αντιμαχίες προβεβλημένων εκπροσώπων του δημόσιου λόγου) αγνοώντας τις στρατηγικές ανάγκες ουσιαστικής ενημέρωσης της κοινωνίας. Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, τι μπορούμε να κάνουμε για να ταράξουμε το τέλμα και να βάλουμε, ενδεχομένως, τις εξελίξεις σε πιο αποτελεσματική τροχιά;
Σελίδες
Καλώς ήρθατε
Τελικά τι Πανεπιστήμιο θέλουμε;
Ο νόμος 4009/2011 γέννησε ελπίδες όχι μόνο στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Δεκαετίες διαφθοράς και συναλλαγής μεταξύ καθηγητικών φέουδων και συνδικαλιστών φοιτητοπατέρων φαίνονταν να μας αφήνουν ανεπιστρεπτί. Παρά τα προβλήματά του, έθετε τις βάσεις για λογοδοσία και διαφάνεια, χάραξη στρατηγικής για την ανώτατη παιδεία μέσω μιας ισχυρής ΑΔΙΠ, αλλά και μέσω ενός δημοκρατικά εκλεγμένου Συμβουλίου, με εξωτερικά μέλη να βοηθούν στη χάραξη της στρατηγικής. Με άνοιγμα πρός την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, με στόχευση στην αριστεία, την καινοτομία και τη μεταφορά γνώσης στην κοινωνία και την οικονομία. Μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά που σιγά-σιγά περιμέναμε να γίνουν μόνιμα στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Σε περιβάλλον βαθύτατης κρίσης, ο πόθος όλων μας ήταν να γίνει επιτέλους το δημόσιο πανεπιστήμιο πόλος ανόρθωσης για τη χώρα. Σήμερα η κρίση βαθαίνει και οι ελπίδες μας για το Πανεπιστήμιο βαίνουν προς διάψευση. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο οπισθοχωρεί προς παλαιότερες εποχές που θα έπρεπε να ξεχάσουμε.
Τελικά τι Πανεπιστήμιο θέλουμε; Η πύλη αυτή φιλοδοξεί να γίνει τόπος φιλοξενίας και διαλόγου όλων εκείνων που ακόμη οραματίζονται, ακόμη ελπίζουν σε ένα διαφανές, λογοδοτούν, αριστεύον αλλά και αναστοχαζόμενο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρευνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρευνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 29 Μαΐου 2015
Τα παράλληλα σύμπαντα του υπουργείου Παιδείας (του Άγγελου Χανιώτη)
Η αναβάθμιση της θέσης του γενικού γραμματέα Ερευνας και Τεχνολογίας σε αναπληρωτή υπουργό ήταν ένα ενθαρρυντικό βήμα. Σε συνθήκες κρίσης η έρευνα και η καινοτομία, τομείς στους οποίους η Ελλάδα διαθέτει και ανθρώπινο δυναμικό και προοπτικές, αξίζουν τουλάχιστον όση προσοχή παραδοσιακά δίνεται στη ναυτιλία ή τη γεωργία. Από τη μεταπολίτευση και μετά, η έρευνα ήταν αποπαίδι της πολιτείας. Δεν έγινε προσπάθεια να χαρτογραφηθούν οι χώροι στους οποίους πραγματοποιείται· η χρηματοδότησή της ήταν ελλιπής και συχνά απρογραμμάτιστη, ενίοτε ανεξέλεγκτη και ουδέποτε ενταγμένη σε μια στρατηγική. Η τοποθέτηση στη θέση του αναπληρωτή υπουργού Ερευνας του κ. Φωτάκη, επιστήμονα με εμπειρία στο αντικείμενο, από μόνη της δεν εγγυάται αναβάθμιση της έρευνας· και αυτό όχι μόνο επειδή οι πόροι είναι περιορισμένοι, αλλά κυρίως επειδή η επιτυχία μιας ερευνητικής πολιτικής είναι άμεσα συνδεδεμένη με το καθεστώς λειτουργίας των ΑΕΙ. Σε μια χώρα με ελάχιστη βιομηχανία και λίγα αυτόνομα ερευνητικά ιδρύματα, μεγάλο μέρος της εφαρμοσμένης και σχεδόν το σύνολο της βασικής έρευνας πραγματοποιείται στα ΑΕΙ. Κατά συνέπεια, ο τρόπος οργάνωσης, διοίκησης και χρηματοδότησής τους και τα κριτήρια επιλογής και αξιολόγησης των στελεχών τους αφορούν την έρευνα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)