Καλώς ήρθατε

Τελικά τι Πανεπιστήμιο θέλουμε;
Ο νόμος 4009/2011 γέννησε ελπίδες όχι μόνο στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Δεκαετίες διαφθοράς και συναλλαγής μεταξύ καθηγητικών φέουδων και συνδικαλιστών φοιτητοπατέρων φαίνονταν να μας αφήνουν ανεπιστρεπτί. Παρά τα προβλήματά του, έθετε τις βάσεις για λογοδοσία και διαφάνεια, χάραξη στρατηγικής για την ανώτατη παιδεία μέσω μιας ισχυρής ΑΔΙΠ, αλλά και μέσω ενός δημοκρατικά εκλεγμένου Συμβουλίου, με εξωτερικά μέλη να βοηθούν στη χάραξη της στρατηγικής. Με άνοιγμα πρός την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, με στόχευση στην αριστεία, την καινοτομία και τη μεταφορά γνώσης στην κοινωνία και την οικονομία. Μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά που σιγά-σιγά περιμέναμε να γίνουν μόνιμα στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Σε περιβάλλον βαθύτατης κρίσης, ο πόθος όλων μας ήταν να γίνει επιτέλους το δημόσιο πανεπιστήμιο πόλος ανόρθωσης για τη χώρα. Σήμερα η κρίση βαθαίνει και οι ελπίδες μας για το Πανεπιστήμιο βαίνουν προς διάψευση. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο οπισθοχωρεί προς παλαιότερες εποχές που θα έπρεπε να ξεχάσουμε.
Τελικά τι Πανεπιστήμιο θέλουμε; Η πύλη αυτή φιλοδοξεί να γίνει τόπος φιλοξενίας και διαλόγου όλων εκείνων που ακόμη οραματίζονται, ακόμη ελπίζουν σε ένα διαφανές, λογοδοτούν, αριστεύον αλλά και αναστοχαζόμενο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Διαφοροποίηση για την Μπολόνια

«Αποτυχία» χαρακτηρίζει τη Συνθήκη της Μπολόνια ο υπουργός Παιδείας Αριστείδης Μπαλτάς απευθυνόμενος στους υπόλοιπους 46 υπουργούς Παιδείας των χωρών της Ευρώπης, οι οποίοι, αντίθετα, διατρανώνουν υπέρ της συνθήκης. Στο ίδιο πλαίσιο, παρατηρείται διάσταση ανάμεσα στο ανακοινωθέν της Συνόδου των 47 και σε όσα ανακοίνωσε το υπουργείο Παιδείας.

Ειδικότερα, το ανακοινωθέν της συνόδου στο Ερεβάν ξεκινά ως εξής: «Εμείς, οι υπουργοί, που συναντηθήκαμε στο Ερεβάν, είμαστε υπερήφανοι να αναγνωρίσουμε ότι το όραμα που ενέπνευσε τους προκατόχους μας στην Μπολόνια έχει δώσει αφορμή για τον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ), όπου 47 χώρες με διαφορετικές πολιτικές, πολιτιστικές και ακαδημαϊκές παραδόσεις συνεργάζονται στη βάση του ανοιχτού διαλόγου, κοινών στόχων και κοινών δεσμεύσεων». Παρατηρείται, δηλαδή, ένας πανηγυρικός τόνος υπέρ της συνθήκης.
Ο κ. Μπαλτάς δεν παρευρέθη στο Ερεβάν αλλά έστειλε επιστολή προς τους 46 ομολόγους του, στην οποία βάλλει κατά της Συνθήκης της Μπολόνια στην οποία ετέθη ο θεμέλιος λίθος για τη δημιουργία του ΕΧΑΕ.
Συγκεκριμένα, στην επιστολή του ο κ. Μπαλτάς λέει: «Το 2001 η Συνθήκη της Μπολόνια εφαρμόστηκε στην Ελλάδα. Θα τολμούσα να πω ότι ήταν μάλλον μια αποτυχία παρά επιτυχία, για δύο βασικούς λόγους: την εσωτερική δομική αδυναμία του πρώτου κύκλου της Μπολόνια (ρηχό επιστημονικό υπόβαθρο και έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων) και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις».
Ως εκ τούτου, είναι δεδομένο ότι και την Ελλάδα αφορά το σχόλιο του ανακοινωθέντος του Ερεβάν ότι «η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι ανομοιογενής και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται μερικές φορές λανθασμένα ή με γραφειοκρατικούς και επιφανειακούς τρόπους»...
Από την άλλη, το ελληνικό υπουργείο Παιδείας στην ανακοίνωση που εξέδωσε μετά το Ερεβάν λέει ότι στη σύνοδο αναπτύχθηκε η αναγκαιότητα ο πενταετής κύκλος σπουδών (όπως π.χ. του ΕΜΠ) να αντιστοιχηθεί με τους χαμηλότερους κύκλους σπουδών. Δηλαδή, τα πενταετή πτυχία να αναγνωριστούν ισότιμα με master, πάγιο αίτημα του ΕΜΠ, το ίδρυμα από το οποίο προέρχεται ο κ. Μπαλτάς. Ομως, υπάρχει μια παράμετρος η οποία επιχειρείται να συσκοτισθεί από την ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου. Τη θέση αυτή -περί master- ανέπτυξε η ελληνική αντιπροσωπεία στο Ερεβάν. Αλλά σύμφωνα με πληροφορίες, η πρόταση του ελληνικού υπουργείου δεν έγινε αποδεκτή από τους υπόλοιπους υπουργούς, δηλαδή δεν πέρασε τίποτε για 5ετή προπτυχιακά+master και δεν αναφέρεται τίποτε επ’ αυτού στο κοινό ανακοινωθέν.
Την ίδια στιγμή, το ελληνικό υπουργείο Παιδείας λέει ότι η σύνοδος του Ερεβάν προκρίνει οι φοιτητές να μπορούν να ψηφίζουν στις πρυτανικές εκλογές όταν τους χαρακτηρίζει «πλήρεις εταίρους στη διακυβέρνηση των αυτόνομων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης».
Τέλος, το ελληνικό υπουργείο Παιδείας εισάγει στο τραπέζι του διαλόγου με τους Ευρωπαίους τον όρο «κόκκινες σημαίες», υπέρ της ποιότητας και όχι της ποσότητας, ίσως θέλοντας να διαφοροποιηθεί από τις πολυχρησιμοποιημένες «κόκκινες γραμμές».
Έντυπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου