Καλώς ήρθατε

Τελικά τι Πανεπιστήμιο θέλουμε;
Ο νόμος 4009/2011 γέννησε ελπίδες όχι μόνο στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Δεκαετίες διαφθοράς και συναλλαγής μεταξύ καθηγητικών φέουδων και συνδικαλιστών φοιτητοπατέρων φαίνονταν να μας αφήνουν ανεπιστρεπτί. Παρά τα προβλήματά του, έθετε τις βάσεις για λογοδοσία και διαφάνεια, χάραξη στρατηγικής για την ανώτατη παιδεία μέσω μιας ισχυρής ΑΔΙΠ, αλλά και μέσω ενός δημοκρατικά εκλεγμένου Συμβουλίου, με εξωτερικά μέλη να βοηθούν στη χάραξη της στρατηγικής. Με άνοιγμα πρός την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, με στόχευση στην αριστεία, την καινοτομία και τη μεταφορά γνώσης στην κοινωνία και την οικονομία. Μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά που σιγά-σιγά περιμέναμε να γίνουν μόνιμα στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Σε περιβάλλον βαθύτατης κρίσης, ο πόθος όλων μας ήταν να γίνει επιτέλους το δημόσιο πανεπιστήμιο πόλος ανόρθωσης για τη χώρα. Σήμερα η κρίση βαθαίνει και οι ελπίδες μας για το Πανεπιστήμιο βαίνουν προς διάψευση. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο οπισθοχωρεί προς παλαιότερες εποχές που θα έπρεπε να ξεχάσουμε.
Τελικά τι Πανεπιστήμιο θέλουμε; Η πύλη αυτή φιλοδοξεί να γίνει τόπος φιλοξενίας και διαλόγου όλων εκείνων που ακόμη οραματίζονται, ακόμη ελπίζουν σε ένα διαφανές, λογοδοτούν, αριστεύον αλλά και αναστοχαζόμενο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Ο αναχρονισμός ως διαχρονικός εχθρός της ελληνικής παιδείας (του Αλέξανδρου Ονουφριάδη)

Ενώ η γενιά του πολυτεχνείου ψήφιζε κατά κύριο λόγο ΠΑΣΟΚ, η γενιά Υ (αυτοί που γεννήθηκαν μεταξύ 1980-2000) ψηφίζει σε ένα μεγάλο ποσοστό ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσή Αυγή. Αν θεωρήσουμε ότι η παρεχόμενη παιδεία σχετίζεται με τις μετέπειτα προτιμήσεις του εκλογικού σώματος, μένει να δούμε τι θα ψηφίσει η επόμενη γενιά, η οποία θα έχει διαπαιδαγωγηθεί από το εκπαιδευτικό σύστημα που οραματίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αρκεί να δούμε τη λειτουργία του εκπαιδευτικού μας συστήματος για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε από που πηγάζουν διάφορα φαινόμενα της κοινωνικής μας παρακμής. Τα δεκαπενταμελή συνδικαλιστικά όργανα των μαθητών ουσιαστικά αποτελούν τον προθάλαμο των φοιτητικών συνδικαλιστικών παρατάξεων και των κομματικών νεολαιών, αναπαράγοντας νοοτροπίες όπως η συνδιαλλαγή και το ρουσφέτι, όπως για παράδειγμα οι παράτυπες συνδιαλλαγές των πενθήμερων σχολικών εκδρομών κατά την επαφή τους με τα ταξιδιωτικά γραφεία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επένδυσε προεκλογικά στον αναβρασμό στο χώρο της παιδείας, με τον ίδιο τον κ. Τσίπρα να καλεί τους μαθητές να στηρίξουν τους αγώνες των καθηγητών τους. Η διάθεση της αριστεράς να καλλιεργεί συστηματικά το αγωνιστικό φρόνημα των μαθητών, καταλήγει ορισμένες φορές να παρεκκλίνει από τον αρχικό της σκοπό, οδηγώντας σε κατευθυνόμενες ή και ανούσιες καταλήψεις. Η ανοχή του βανδαλισμού των δημόσιων χώρων ως μέσου έκφρασης των μαθητών ξεκινάει από τη μέση εκπαίδευση και κορυφώνεται στα πανεπιστήμια, τους κατ’ εξοχήν χώρους επιβολής των οργανωμένων μειοψηφιών με τις ευλογίες των κομμάτων που τις εξέθρεψαν κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, όπως διαφαίνεται και από το πρόσφατο παράδειγμα με το γκράφιτι στο Πολυτεχνείο.

Ο κ. Τσίπρας, ως νέος αγωνιστής μαχόταν από την εκπομπή της κ. Παναγιωταρέα για το δικαίωμα των μαθητών να κρίνουν αν κάποια ώρα θέλουν να λείψουν από το μάθημα. Βέβαια, προτού ο κ. Τσίπρας εμπνευστεί την προαιρετική παρακολούθηση των μαθημάτων, η ίδια η πολιτεία είχε προβλέψει και ενθαρρύνει την κοπάνα από το δημόσιο σχολείο παραχωρώντας το δικαίωμα των 50 ωριαίων αδικαιολόγητων απουσιών στους μαθητές. Μπορούμε να φανταστούμε το πως οι μαθητές που διδάσκονται την κοπάνα ως δικαίωμα, θα συμπεριφέρονται στην περίπτωση που καταλάβουν θέσεις στο δημόσιο τομέα.

Παραδόξως, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια σειρά θεμάτων προτείνει εναλλακτικές πολιτικές από τις προηγούμενες κυβερνήσεις (οικονομία, μεταναστευτικό, αστυνόμευση, κ.λπ.), στον τομέα της παιδείας προτείνει την ολική επαναφορά στη δεκαετία του ‘80. Τα μέτρα που ανακοίνωσε η ηγεσία του υπουργείου παιδείας δεν συγκρούονται με την κατεύθυνση των «μνημονιακών» πολιτικών ούτε έχουν μεγάλο δημοσιονομικό κόστος, αλλά αναπαραγάγουν το σύνολο των πεπαλαιωμένων και βαθιά συντηρητικών αντιλήψεων της ελληνικής αριστεράς για τον πολύπαθο χώρο της παιδείας.

Παράλληλα, θα περίμενε κανείς από ένα αριστερό κόμμα να εισάγει προοδευτικές πολιτικές στο χώρο της παιδείας. Για παράδειγμα, θα καταργήσει το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς την πρωινή προσευχή και τον αγιασμό; Θα κατεβάσει τις εικόνες από τις αίθουσες διδασκαλίας και θα καταργήσει το μάθημα των θρησκευτικών; Δυστυχώς, η προτεραιότητα της κυβέρνησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (σε βαθμό εμμονής) είναι η επαναφορά του ακαδημαϊκού ασύλου και του τρόπου λειτουργίας των πανεπιστημίων όπως το ζήσαμε κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Η εκ βάθρων αποκαθήλωση ενός νόμου που ψηφίστηκε από 255/300 βουλευτές (πέρα από τις όποιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν στο επίπεδο της διοικητικής λειτουργίας και των

Συμβουλίων των Ιδρυμάτων), απαξιώνει παρεμβάσεις σε μια σειρά από καθοριστικά ζητήματα για την επόμενη μέρα του ελληνικού πανεπιστημίου, όπως για παράδειγμα η σύγχρονη διάρθρωση των σπουδών, η αξιολόγηση σε όλα τα επίπεδα, τα κέντρα αριστείας, οι αιώνιοι φοιτητές, ο περιορισμός του φοιτητικού συνδικαλισμού και η διεθνοποίηση των ΑΕΙ.

Μπορεί το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου ο νεοεκλεγής πρωθυπουργός να αφιέρωσε τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στους νέους επιστήμονες που μετανάστευσαν στο εξωτερικό, υποσχόμενος τη δημιουργία κατάλληλων συνθήκων ώστε να επιστρέψουν πίσω στην Ελλάδα, δυστυχώς όμως οι πολιτικές που ευαγγελίζεται για την λειτουργία των πανεπιστήμιων, δεν δείχνουν ικανές να αποτρέψουν το brain drain. Αν δεν αλλάξουμε τα κακώς κείμενα του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας, θα αφήσουμε την νέα γενιά άοπλη και ανήμπορη να ανταπεξέλθει στην μεταμνημονιακή εποχή. Η κατρακύλα του εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι διαχρονική και η μεταρρύθμιση του υπόθεση εθνική.

* Δρ. Αλέξανδρος Ονουφριάδης Μεταδιδακτορικός ερευνητής στον τομέα της γενετικής του King's College London

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου